Στην τελική ευθεία για τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής περνά η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στην Ειδική Επιτροπή Αναθεώρησης. Μέχρι την προσεχή Δευτέρα αναμένεται να παραδοθούν οι γραπτές εισηγήσεις των γενικών και ειδικών εισηγητών και αγορητών, ώστε στη συνέχεια η έκθεση της Επιτροπής να διαβιβαστεί στον πρόεδρο της Βουλής.
Το ακριβές χρονοδιάγραμμα για τη συζήτηση στην Ολομέλεια, καθώς και για την πρώτη και τη δεύτερη ψηφοφορία, αναμένεται να οριστικοποιηθεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Οι δύο ψηφοφορίες θα γίνουν με διαφορά ενός μήνα, όπως προβλέπουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής. Αντικείμενο της δεύτερης ψηφοφορίας θα είναι μόνο οι διατάξεις που θα συγκεντρώσουν τουλάχιστον 151 ψήφους στην πρώτη.
Η τελευταία ψηφοφορία στην Επιτροπή ανέδειξε το βασικό πολιτικό σκηνικό: η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν φαίνεται να εξασφαλίζει θετική ψήφο από την αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ έχει δηλώσει ότι θα ψηφίσει «παρών» στα άρθρα για τα οποία έχει παρουσιάσει δική του κατεύθυνση, ενώ τα υπόλοιπα θα τα καταψηφίσει. Τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν προαναγγείλει αρνητική ψήφο στα άρθρα και τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση της πλειοψηφίας.
Στο επίκεντρο των διαφωνιών βρίσκεται το Άρθρο 100 για το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, μεταξύ άλλων με προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ψηφισμένων νομοσχεδίων, καθώς και με ανάθεση σε αυτό υποθέσεων αγωγών κακοδικίας και πειθαρχικών ποινών για αιρετά όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου και αποφεύγεται η εφαρμογή νόμων που ενδέχεται αργότερα να κριθούν αντισυνταγματικοί.
Η αντιπολίτευση, ωστόσο, εκφράζει σοβαρές ενστάσεις. Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για απόπειρα δημιουργίας συνταγματικού δικαστηρίου χωρίς να λέγεται ανοιχτά, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ υπερασπίζονται τον διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας από τα δικαστήρια. Η Ελληνική Λύση ζητά πραγματικό ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενώ η Νίκη συνδέει τις επιφυλάξεις της με τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
Αντιπαράθεση υπάρχει και για το Άρθρο 29, που αφορά τα πολιτικά κόμματα. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει ρητή συνταγματική αναφορά στις αρχές δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων και ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές. Η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει την πρόταση με καχυποψία, εκφράζοντας φόβους για περιορισμούς στην πολιτική δράση ή για αυξημένη κρατική παρέμβαση στην εσωτερική λειτουργία των κομμάτων.
Στο Άρθρο 60, που αφορά τον ρόλο του βουλευτή, η κυβέρνηση προτείνει θεσμική θωράκιση της νομοθετικής και ελεγκτικής του λειτουργίας, καθώς και της επικοινωνίας με την εκλογική του περιφέρεια. Η αντιπολίτευση, κυρίως το ΠΑΣΟΚ, η Ελληνική Λύση και η Νίκη, απορρίπτει τη διατύπωση, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε συνταγματική κάλυψη πελατειακών πρακτικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζει περισσότερο στην υποχρέωση των υπουργών να απαντούν ουσιαστικά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και το Άρθρο 79 για τον προϋπολογισμό. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει να προβλέπεται ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία, καθώς και να υπάρχει υποχρέωση ετήσιου απολογισμού από φορείς που χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η κυβέρνηση συνδέει τη ρύθμιση με τα διδάγματα της οικονομικής κρίσης, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης προειδοποιούν, με διαφορετική ένταση το καθένα, ότι μια τέτοια πρόβλεψη μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμος περιορισμός κοινωνικών δαπανών.
Στο πεδίο της φορολογίας, με το Άρθρο 78, η Νέα Δημοκρατία προτείνει πλήρη απαγόρευση αναδρομικής επιβολής φόρων ή άλλων οικονομικών βαρών, καθώς και δυνατότητα σταθερού φορολογικού καθεστώτος για στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις. Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι το ισχύον πλαίσιο ήδη καλύπτει σε μεγάλο βαθμό την απαγόρευση αναδρομικότητας, ενώ ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και Νίκη εστιάζουν στην κριτική ότι η πρόταση ευνοεί κυρίως μεγάλες επενδύσεις και όχι ευρύτερα τους πολίτες και τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος αναμένεται να μεταφερθεί πλέον στην Ολομέλεια με έντονο πολιτικό φορτίο. Πέρα από τις επιμέρους διατάξεις, η αντιπαράθεση αφορά βαθύτερα ζητήματα: τον έλεγχο της συνταγματικότητας, τη λειτουργία των κομμάτων, τα όρια του κράτους, τη δημοσιονομική πολιτική και τον ρόλο του Κοινοβουλίου. Το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας θα δείξει ποιες προτάσεις θα συνεχίσουν στη δεύτερη φάση της διαδικασίας και ποιες θα μείνουν εκτός αναθεωρητικής πορείας.
